ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Τα σχολεία άνοιξαν και τα διαβάσματα ξεκίνησαν, τα παιδιά ξεφυλλίζουν τα καινούρια τους βιβλία και οι γονείς αγωνιούν για τις σχολικές τους επιδόσεις.
Από την ψυχοθεραπεύτρια πέννυκόκκολα
Το πρόγραμμα των μαθητών πλέον είναι πολύ βαρύ με όλες τις εξωσχολικές δραστηριότητες (φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, αθλητισμός) και έτσι οι γονείς έχουν πολλά διλήμματα για το πώς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί τους στο διάβασμα εφόσον και ο χρόνος είναι λιγότερος.
Έτσι λοιπόν κάποιοι αποφασίζουν να κάθονται δίπλα τους και να το διαβάζουν θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο το βοηθάνε ουσιαστικά. Σίγουρα οι γονείς έχουν τις καλύτερες προθέσεις όμως ίσως στην προσπάθεια τους για το καλύτερο τελικά έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα.
Οι καθημερινοί καβγάδες για το διάβασμα διαταράσσει σε μεγάλο βαθμό τις ενδοοικογενειακές σχέσεις δημιουργώντας εντάσεις και αρνητικές στάσεις απέναντι στο σχολείο και στο διάβασμα.
Οι γονείς ταυτίζονται με τα παιδιά τους χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «έχουμε διάβασμα», «έχουμε διαγώνισμα», κ.τ.λ. και παίρνουν τον ρόλο του δασκάλου, ελέγχουν, θυμώνουν, διορθώνουν χωρίς βέβαια παράλληλα να έχουν και τις παιδαγωγικές γνώσεις, την υπομονή και την ψυχραιμία του δασκάλου.
Οι πολλές ώρες διαβάσματος συνοδεύονται από εκνευρισμούς και φωνές όταν το παιδί δεν συγκεντρώνεται ή δεν καταλαβαίνει. Και πώς να συγκεντρωθεί όταν η μέγιστη συνεχείς συγκέντρωση για τον ενήλικα είναι δύο ώρες ενώ για το παιδί δεν ξεπερνά την μια ώρα. Έτσι λοιπόν τα παιδιά καταλήγουν να μισήσουν την μάθηση.
Το παιδί μπερδεύεται αν οι διδακτικές τεχνικές που ακολουθούν οι γονείς διαφέρουν από εκείνες που ακολουθούνται στην τάξη.
Ο γονιός εμπλέκετε τόσο πολύ στο διάβασμα του παιδιού, με αποτέλεσμα να φτάνει στο σημείο να ολοκληρώνει εργασίες του ή να διορθώνει τις ασκήσεις για να μην πάει στο σχολείο με λάθη.

Με αυτόν τον τρόπο το παιδί μαθαίνει πως για να είναι καλός μαθητής πρέπει να διαβάζει με τον γονιό του, χάνει το αίσθημα αυτάρκειας και πρωτοβουλίας και δεν έχει την ευθύνη της δουλειάς του.
Καθυστερεί την ωρίμανση του και μειώνεται η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση του.
Καθυστερεί την σχολική του επίδοση στην τάξη, καθώς το παιδί που μελετά μόνο με την υποστήριξη του γονέα, δυσκολεύεται να ολοκληρώσει και να ανταπεξέλθει μόνο του στις σχολικές εργασίες.

Οι γονείς διαβάζουν τα παιδιά τους για να γίνουν καλύτερα από τους ίδιους και εναποθέτουν επάνω τους τις δικές τους προσωπικές φιλοδοξίες και πολλές φορές τα απωθημένα τους.
Οι περισσότεροι γονείς που θέλουν “να παρακινήσουν το παιδί τους να ενδιαφερθεί για το σχολείο” με αυτόν τον τρόπο το μόνο που καταφέρνουν είναι να χειραγωγούν, να καταπιέζουν και να μπλοκάρουν την φυσική τάση του παιδιού για μάθηση και γνώση.
Το παιδί μπορεί να διαβάζει μόνο του από την Α΄τάξη του δημοτικού. Βεβαίως χρειάζεται την πλήρη στήριξη των γονιών του το πρώτο διάστημα της ένταξης του στο σχολείο, οι οποίοι θα το καθοδηγήσουν και θα το στηρίξουν.
Αυτή η στήριξη όμως θα έχει στόχο την σταδιακή αυτονόμηση του παιδιού στο διάβασμά του. Αρχικά θα πρέπει να μάθει να οργανώνει και να ολοκληρώνει τις εργασίες που μπορεί χωρίς βοήθεια, αν όχι όλες σίγουρα κάποιες.
Ο γονιός είναι εκεί να βοηθήσει όποτε χρειάζεται το παιδί, να ελέγχει το τελικό αποτέλεσμα, να βοηθήσει στην διόρθωση των λαθών και να ενθαρρύνει το παιδί να λύσει τις απορίες με την δασκάλα στο σχολείο. Ευνόητο είναι πως τα παιδιά με δυσκολίες στο λόγο και τη μάθηση χρειάζονται επιπλέον υποστήριξη.
Κάποια σημεία κλειδιά για τους γονείς είναι: το να δίνει το καλό παράδειγμα δηλαδή, να διαβάζει και είναι πρόθυμος και ανοιχτός στη γνώση. Να του προσφέρει αγάπη αναγνώριση και αποδοχή για αυτό που είναι και όχι για αυτό που θα ήθελαν να είναι.
Να του δίνει την δυνατότητα να κάνει λάθη, να αποτύχει έτσι ώστε να καταλάβει την διαφορά μεταξύ της αποτυχίας και της επιτυχίας. Να μην ξεχνάνε ότι η υποχρέωση τους είναι μόνο να παρέχουν τις συνθήκες για μελέτη και μόρφωση και ότι “παριστάνοντας” τους δασκάλους αλλοιώνουν και χάνουν πολύτιμες εμπειρίες με τα παιδιά τους.
Το σημαντικό δεν είναι οι βαθμοί, αλλά η θέληση που έχει το παιδί για μάθηση. Επίσης, να κατανοήσει ο γονιός ότι το σχολείο είναι ένα από τα πολλά κεφάλαια της ζωής του παιδιού και να μην ταυτίζει το παιδί μόνο με την ιδιότητα του μαθητή.

Είναι χρήσιμο οι γονείς να έχουν ανοιχτούς ορίζοντες ώστε να καταλάβουν ποια είναι η κλήση του παιδιού τους και να το ενισχύσουν προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς κριτικές και προσπάθειες αποπροσανατολισμού τους επειδή οι ίδιοι δεν εγκρίνουν.
Το σχολείο είναι δουλειά του παιδιού. Μια σχολική σταδιοδρομία που αρχίζει με συνεχείς παραινέσεις στο παιδί για να διαβάσει και τον γονιό σε ρόλο δασκάλου μπαίνει σε κακές βάσεις. Η αυτονομία μαθαίνεται σιγά, πριν το ξεκίνημα του σχολείου αλλά και μετά, όταν οι γονείς εμπιστεύονται και ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να κάνουν πράγματα μόνα τους.
Οι γονείς χρειάζονται να καταλάβουν ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι αυτός που είναι καλά και στην υπόλοιπη ζωή του και η καλύτερη συνταγή για αυτό είναι η ενθάρρυνση για την αυτονομία.